Tag Archives: στενοί δεσμοί

Οι πιθανοί κίνδυνοι του να αφήνεις το μωρό σου να κλαίει

Standard

 

By Margaret Chuong-Kim
(Cry It Out: The Potential Dangers of Leaving Your Baby to Cry)

Πηγή: http://www.drbenkim.com/articles-attachment-parenting.html
 

Μετάφραση: Χρύσανθος Θεοχάρης

 

 

 

Η μόνιμη συζήτηση τον τελευταίο καιρό ανάμεσα στους γονείς με μωρά είναι, ποιά είναι η σωστή ανταπόκριση σε ένα μωρό που κλαίει. Απ’ τη μια μεριά υπάρχουν οι υποστηρικτές της μεθόδου  Cry it out – CIO – (Άσ’ το να κλάψει μέχρι να ξεθυμάνει), όπου το μωρό αφήνεται μόνο του να κλάψει με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα σταματήσει επιτέλους να κλαίει. Απ’ την άλλη είναι οι “γονείς των στενών δεσμών” (Attachment Parenting – ΑΡ)που ανταποκρίνονται αμέσως στα μωρά τους όταν κλαίνε και κάνουν ό,τι μπορούν να τα καλμάρουν κάνοντας χρήση διαφόρων μεθόδων ανάμεσα στις οποίες είναι και τα χάδια, τα “χεράκια” και οι αγκαλίτσες. Ενώ η μέθοδος CIO (Ασ’ το να κλάψει – ΑΝΚ) ήταν της μόδας σε προηγούμενα χρόνια, σήμερα η “Ανατροφή Στενών Δεσμών” (ΑΡ) καθιερώνεται όλο και περισσότερο ανάμεσα στους νέους γονείς. Συμπεράσματα μελετών στην Ψυχολογία είναι δηλωτικά του ότι η προσέγγιση της Ανατροφής Στενών Δεσμών (ΑΡ) στο κλάμα προσφέρει τις περισσότερες πιθανότητες να μας προκύψει ένα συναισθηματικά και σωματικά υγιές παιδί.

 

Η θεωρία των Στενών Δεσμών (ΑΡ) ξεκίνησε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν ο ψυχολόγος John Bowlby διατύπωσε το αξίωμα ότι μια ζεστή και στενή σχέση μεταξύ προσώπου φροντίδας και μωρού είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να υπάρξει η καλύτερη δυνατή υγεία και οι σωστές συνθήκες για βασική επιβίωση. Ακριβώς για το σκοπό αυτό το κάθε άτομο γεννιέται πλήρως εξοπλισμένο με ανακλαστικά και ένστικτα για τη σωστή αλληλεπίδραση με το βασικό πρόσωπο φροντίδας, το οποίο στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι η μητέρα. Για παράδειγμα, τα μωρά γρήγορα μαθαίνουν να αναγνωρίζουν αλλά και να προτιμούν τόσο τη φωνή όσο και τη μυρωδιά της μαμάς τους. Καθώς τα μωρά αναπτύσσουν την ικανότητα ελέγχου των κινήσεών τους, φανερώνουν την προτίμησή τους και την επιθυμία τους να βρίσκονται κοντά στα πρόσωπα που τα φροντίζουν κάνοντας κινήσεις (ή τείνοντας) προς τη μαμά και τον μπαμπά τους για να τα πάρουν πάνω τους ή μπουσουλώντας προς την κατεύθυνσή τους. Απ’ την εξελικτική θεώρηση, οι συμπεριφορές αυτές έχουν σημασία και αξία όταν τις δούμε στα πλαίσια του αγώνα για επιβίωση. Μωρά που στερούνται την τάση για προσκόλληση μπορεί να απομακρυνθούν απ’ τα πρόσωπα φροντίδας και έχουν έτσι αυξημένες πιθανότητες να χαθούν, να δεχθούν επίθεση ή να πάθουν κακό. Η έννοια και η σκοπιμότητα του κλάματος ενός μωρού είναι ακριβώς η αύξηση των προοπτικών επιβίωσης, δεδομένου ότι το ένστικτο μιας μητέρας κατά κανόνα τη σπρώχνει να πάει στο παιδί της μόλις πάρει σήμα πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα.

 

Ζούμε σε μια εποχή που – ελέω τεχνολογίας – είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν το μωρό που βρίσκεται σε ένα άλλο δωμάτιο είναι ασφαλές, άσχετα απ’ το πόσο δυνατό ή αδύνατο είναι το κλάμα του. Σημαίνει όμως αυτό πως θα πρέπει να αφήνουμε τα μωρά να κλαίνε μόνα τους; [Τα μωρά έχουν πλήρη άγνοια της παρουσίας τεχνολογικών εφαρμογών στο χώρο τους, έτσι τα ανακλαστικά τους συνεχίζουν να λειτουργούν … φυσικά]. Οι υποστηρικτές της μεθόδου CIO συχνά διατυπώνουν την άποψη πως τα μωρά που αφήνονται να κλάψουν μόνα τους, κάποια στιγμή θα σταματήσουν το κλάμα – μάλιστα η διάρκεια του κλαψίματός τους σταδιακά θα διαρκεί ολοένα και πιο λίγο.

 

Ποιές είναι οι συναισθηματικές συνέπειες του κλάματος για ένα μωρό, αν αφεθεί χωρίς ανταπόκριση και συμπαράσταση; Ο Bowlby μαζί με τους συναδέλφους του ξεκίνησαν μια σειρά ερευνών που αφορούσαν σε παιδιά ηλικίας ενός μέχρι δύο χρόνων και τα οποία απολάμβαναν καλές σχέσεις με τη μητέρα τους. Τα παιδιά αυτά τοποθετούνταν σε κάποιο απόμακρο σημείο χωριστά απ’ τη μητέρα τους και αφήνονταν να κλάψουν χωρίς κάποια παρέμβαση. Τα αποτελέσματα εμφάνισαν μια προβλέψιμη αλληλουχία αντιδράσεων: Η πρώτη φάση, με τίτλο “διαμαρτυρία”, χαρακτηρίζεται από δυνατό κλάμα και έντονη νευρικότητα. Η δεύτερη φάση, με τίτλο “απόγνωση”, χαρακτηρίζεται από μονότονο κλάμα, αδράνεια, σταθερή τάση αποξένωσης (αποκοπής απ’ το κοινωνικό περιβάλλον, τάση προς εσωστρέφεια) και εγκατάλειψη των προσπαθειών επικοινωνίας. Η τρίτη φάση, με τίτλο “αποσύνδεση – αποστασιοποίηση”, χαρακτηρίζεται από ανανέωση του ενδιαφέροντος στον περιβάλλοντα χώρο, έστω και αν αυτό το ενδιαφέρον φαντάζει απόμακρο, χαλαρό και επιφανειακό. Έτσι, είναι προφανές πως ενώ απ’ τη μια μεριά φαίνεται πως αφήνοντας ένα μωρό να κλαίει μονάχο του μπορεί να οδηγήσει στην εξανέμιση, στην υποχώρηση του κλάματος, ταυτόχρονα όμως φαίνεται πως αυτό συμβαίνει για το λόγο ότι αυτή η εγκατάλειψη προκαλεί μια σταδιακή απάθεια στο παιδί. Το παιδί δηλαδή σταματάει να κλαίει επειδή παίρνει το μάθημα ότι δεν πρέπει πλέον να ελπίζει πως το πρόσωπο φροντίδας θα παρέμβει να απαλύνει το πρόβλημά του, και όχι επειδή η κατάσταση κινδύνου έχει περάσει και έχει τακτοποιηθεί.

 

Αληθεύει άραγε πως τα μωρά κλαίνε περισσότερο όταν τα προσέχουμε περισσότερο; Τα συμπεράσματα μιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε το 1986 έδειξαν ακριβώς το αντίθετο: όσο περισσότερο μια μητέρα κρατάει και παίρνει πάνω της το μωρό της, τόσο λιγότερο το κλάμα του και η γκρίνια του. Εξάλλου, δια-πολιτισμικές μελέτες αναδεικνύουν το γεγονός ότι οι γονείς στις μη-Δυτικές κοινωνίες ανταποκρίνονται γρηγορότερα απ’ ότι οι γονείς στις Δυτικές κοινωνίες όταν τα μωρά τους κλαίνε – καθώς και ότι το κλάμα των μωρών στις μή-Δυτικές κοινωνίες έχει μικρότερη διάρκεια. Στο 78% των πολιτισμών του πλανήτη μας τα άτομα φροντίδας δείχνουν γρήγορη ανταπόκριση στο κλάμα ενός μωρού. Για παράδειγμα, τα άτομα φροντίδας της φυλής Efe στην Αφρική ανταποκρίνονται στα κλάματα του μωρού μέσα σε 10 δευτερόλεπτα στο 85% των περιπτώσεων όταν το μωρό είναι μεταξύ τριών μέχρι εφτά εβδομάδων και στο 75% των περιπτώσεων όταν το μωρό είναι δεκα-εφτά εβδομάδων. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τη φυλή !Kung είναι 10 δευτερόλεπτα στο 90% των περιπτώσεων για μωρά μέχρι τριών μηνών και 80% των περιπτώσεων για μωρά μέχρι ενός χρόνου. Αντίθετα, οι Αμερικανοί και οι Ολλανδοί που ασχολούνται με τη φροντίδα μωρών είναι διαπιστωμένο πως επίτηδες καθυστερούν να αναταποκριθούν στα κλάματα του μωρού σχεδόν στο 50% των περιπτώσεων προκειμένου για μωρά μέχρι 3 μηνών. Είναι διαπιστωμένο πως τόσο στις μη-Δυτικές όσο και στις Δυτικές κοινωνίες τα μωρά γκρινιάζουν, όμως στις μη-Δυτικές κοινωνίες και χάρη στην άμεση ανταπόκριση των ατόμων φροντίδας, η συνολική συσσωρευτική διάρκεια του κλάματος είναι μικρότερη απ’ αυτή που έχουμε στις Δυτικές κοινωνίες.

 

Σύμφωνα με τη θεωρία των στενών δεσμών (ΑΡ), πολλά μωρά γεννιούνται χωρίς την ικανότητα αυτορύθμισης συναισθημάτων. Δηλαδή, βρίσκουν τον κόσμο στον οποίο γεννήθηκαν γεμάτο μπερδεμένες καταστάσεις και αποδιοργανωμένο, δεν διαθέτουν όμως τις ικανότητες που είναι απαραίτητες να αντιμετωπίσουν τα νέα δεδομένα και να βρουν ανακούφιση. Γι’ αυτό, όταν τα βρίσκουν δύσκολα, καταφεύγουν στα άτομα φροντίδας μια και αυτά βρίσκονται σωματικά-υλικά κοντά τους και είναι αυτά που βοηθούν τα μωρά να ανακουφιστούν και να ξαναβρούν τη χαμένη ισορροπία. Όταν τό πρόσωπο φροντίδας με συνέπεια δείχνει ανταπόκριση και ευαισθησία, το παιδί προοδευτικά μαθαίνει και πιστεύει πως άξίζει να του δείχνουν αγάπη και πως υπάρχουν άτομα που μπορεί να εμπιστεύεται και τα οποία έχουν τη διάθεση να του παρέχουν αυτή την αγάπη. Μαθαίνει πως το πρόσωπο φροντίδας αποτελεί ασφαλή βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί για να εξερευνήσει τον κόσμο – και αν αντιμετωπίσει κάποια δύσκολη κατάσταση μπορεί κάλιστα να επιστρέψει στη βάση του για υποστήριξη και ανακούφιση. Η εμπιστοσύνη αυτή στο πρόσωπο φροντίδας οδηγεί σ’ αυτό που ονομάζουμε ασφαλές άτομο. Παιδιά που δεν διαθέτουν πρόσωπα φροντίδας που με συνέπεια και σταθερότητα να δείχνουν ανταπόκριση και ευαισθησία, συχνά εξελίσσονται σε ανασφαλή άτομα που τα χαρακτηρίζει το άγχος, ο φόβος της ανεπάρκειας που τα καθηλώνει σε ατολμία και αναποφασιστικότητα, και η διφορούμενη στάση στις σχέσεις τους και τις συνεργασίες τους. Μακρόχρονες έρευνες έχουν δείξει πως τα ασφαλή άτομα, σε αντίθεση με τα ανασφαλή, έχουν τις καλύτερες προοπτικές να εξελιχθούν σε άτομα που είναι εξωστρεφή, αγαπητά, ευπροσάρμοστα, ευσπλαχνικά και αλτρουιστικά. Σαν ενήλικες τα ασφαλή άτομα κατά βάση αισθάνονται άνετα να βασιστούν σε άλλους, είναι πρόθυμα να συνάψουν στενές σχέσεις και δείχνουν εμπιστοσύνη στους συντρόφους τους. Αντίθετα, τα ανασφαλή άτομα τείνουν να κρατούν τις σχέσεις τους σε διαρκή ρευστότητα, να παρουσιάζουν συμπτώματα άγχους (που εκδηλώνεται ως κτητικότητα, ζήλεια, εξάρτηση) ή αποφυγής-υπεκφυγής  (που εκδηλώνεται ως καχυποψία και απροθυμία να βασιστούν σε άλλους). Οι Βόρειο-Αμερικανικές μέθοδοι ανατροφής, ανάμεσα τους και το γνωστό CIO, συχνά τροφοδοτούνται από φόβους πως τα παιδιά μπορεί να καταλήξουν στην υπερ-εξάρτηση. Όμως, μια πληθώρα από μελέτες δείχνουν πως η τακτική σωματική επαφή, ο καθησυχασμός και άμεση ανταπόκριση στις κλήσεις για βοήθεια τόσο στη νηπιακή όσο και πρώιμη παιδική ηλικία οδηγεί σε ασφαλή και γεμάτα αυτοπεποίθηση ενήλικα άτομα που είναι ιδιάιτερα ικανά για σωστές και λειτουργικές σχέσεις.

 

Στο παρελθόν κάποιοι είχαν ισχυριστεί ότι η πρακτική του CIO αποτελεί σωστή επιλογή για τη σωματική ανάπτυξη του παιδιού, κυρίως των πνευμόνων. Μια πρόσφατη μελέτη που επικέντρωσε το ενδιαφέρον της στις άμεσες αλλά και τις μακροχρόνιες συνέπειες του νηπιακού κλάματος υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Έχουν κλινικά αποδειχθεί οι παρακάτω αλλαγές που προκαλούνται αμέσα απ’ το νηπιακό κλάμα: αυξημένοι καρδιακοί παλμοί, αύξηση της αρτηριακής πίεσης, μειωμένα επίπεδα οξυγόνου, ανεβασμένη εγκεφαλική πίεση, εξάντληση αποθεμάτων ενέργειας και οξυγόνου, διακοπή συνεργασίας και αλληλεπίδρασης μεταξύ μητέρας και μωρού, εγκεφαλική βλάβη, καρδιακή δυσλειτουργία. Η εισήγηση-πρόταση των ερευνητών που πήραν μέρος στη μελέτη αυτή ήταν να ανταποκρίνονται τα πρόσωπα φροντίδας στο βρεφικό κλάμα με ταχύτητα, συνέπεια και αποτελεσματικότητα. Οι εισηγήσεις των ερευνητών γενικά είναι πλήρως εναρμονισμένες με τις αρχές της ανατροφής των στενών δεσμών (ΑΡ).

 

Οι υποστηρικτές της θεωρίας του CIO προτιμούν να θεωρούν τα μωρουδιακά κλάματα σαν απόπειρες να μανουβράρουν, να χειραγωγήσουν, να εξαναγκάσουν τα πρόσωπα φροντίδας να τους προσφέρουν μεγαλύτερη προσοχή. Και μόνο η αποδοχή αυτής της άποψης είναι αρκετή να βλάψει την υγεία του μωρού, τόσο την άμεση όσο και τη μακροπρόθεσμη. Στον τομέα της γνωστικής ψυχολογίας αναγνωρίζεται σαν αξίωμα ότι οι σκέψεις μας και οι πεποιθήσεις μας αποτελούν το υπόστρωμα της συμπεριφοράς μας. Έτσι, αν οι σκέψεις/απόψεις μας για ένα άτομο είναι θετικές, τότε και η όλη μας συμπεριφορά απέναντί του θα είναι επίσης θετική. Αντίστροφα, αν οι σκέψεις/απόψεις μας για ένα άτομο είναι αρνητικές, τότε και η συμπεριφορά μας θα είναι ανάλογη. Φέρτε στο μυαλό σας κάποιους ανθρώπους του περιβάλλοντός σας που  έχετε κατατάξει στην κατηγορία των “χειραγωγών” (κοινώς: καταφερτζήδες, καπάτσοι, μαλαγάνες), αυτών δηλαδή που μανουβράρουν με παραπειστικά επιχειρήματα τους άλλους. Αυτή η άποψή σας γι αυτούς, πώς πιστεύετε ότι επηρεάζει τη συμπεριφορά σας απέναντί τους; Είναι μάλλον απίθανο η ερμηνεία της χειραγωγικής προσωπικότητας να σας οδηγήσει να προσφέρετε προς ένα τέτοιο άτομο τρυφερή φροντίδα, ευσπλαχνία, κατανόηση και συμμερισμό συναισθημάτων. Τα μωρά, εντελώς απροστάτευτα χωρίς τη βοήθεια των προσώπων που τα φροντίζουν, είναι πιθανό να ζημιωθούν συναισθηματικά και σωματικά από άτομα φροντίδας που τα βλέπουν με τέτοιο μάτι (δηλ. σαν χειραγωγικά).


Όταν είσαστε μπροστά σε ένα μωρό που κλαίει, ίσως είναι φρόνιμο να κάνετε στον εαυτό σας τις παρακάτω ερωτήσεις: Γιατί επιλέγω τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση-τακτική; Επιθυμώ το μωρό μου να σταματήσει το κλάμα γιατί αισθάνεται ανακουφισμένο και ασφαλές ή μήπως θέλω να σταματήσει το κλάμα απλά για να πάψει να κλαίει (γιατί “μου τη δίνει”); Με την ανταπόκριση που επιλέγω στο κλάμα του μωρού μου, τί του διδάσκω για μένα προσωπικά και για τον κόσμο γενικά; Αν ήμουν μωρό και ήμουν πονεμένο, αναστατωμένο και στενοχωρημένο, τί είδους ανταπόκριση θα επιθυμούσα να μου δείξουν τα πρόσωπα φροντίδας;